Η οξεία σκωληκοειδίτιδα είναι φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης. Μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε ηλικία, όμως παρουσιάζει τη μεγαλύτερη επίπτωση στην ηλικιακή ομάδα 15-40 ετών.

Η οξεία σκωληκοειδίτιδα αποτελεί την πιο συχνή χειρουργική πάθηση κατά τη διάρκεια της κύησης. Μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιοδήποτε τρίμηνο της κύησης ανεξάρτητα από την ηλικία της εγκύου.

Η σκωληκοειδής απόφυση ως όργανο εντοπίζεται ανατομικά ως απόληξη (απόφυση) στην κορυφή του τυφλού, που αποτελεί την αρχή του παχέος εντέρου. Συνήθως η θέση της είναι στο δεξιό λαγόνιο βόθρο, αλλά μπορεί να εμφανιστεί πλήρως πυελική όπως και οπισθοτυφλική (πλήρως οπισθοπεριτοναϊκή). Η παραλλαγές αυτές όσον αφορά τη θέση της εξηγούν και την διαφορετικότητα των συμπτωμάτων. Κατά τη διάρκεια της κύησης η διογκωμένη μήτρα ωθεί προς τα άνω το τυφλό και επομένως μεταβάλλει και τη θέση της σκωληκοειδούς απόφυσης.

Συμπτώματα: Το κυριότερο σύμπτωμα στην οξεία σκωληκοειδίτιδα είναι το κοιλιακό άλγος. Το άλγος συνήθως αρχικά είναι περιομφαλικά, ενώ στη συνέχεια μετακινείται προς την κάτω κοιλία, στο δεξιό λαγόνιο βόθρο. Ο πόνος είναι συνεχής, προοδευτικά επιδεινούμενος. Ανάλογα με τη θέση της σκωληκοειδούς απόφυσης μπορεί να υπάρχει αντανάκλαση του πόνου στη δεξιά νεφρική χώρα, στην πύελο ή ακόμα και κάτω από το δεξιό πλευρικό τόξο σε περιπτώσεις κυήσεως. Συνοδά συμπτώματα είναι η ναυτία, ο έμετος, η ανορεξία, διάρροια ή ακόμα και δυσκοιλιότητα. Ο πυρετός συνήθως είναι δεκατικός, ενώ σπάνια είναι >39ο C (εξαιρουμένων των περιπτώσεων περιτονίτιδας).

Επειδή η έγκυος αποτελεί ιδιαίτερη ομάδα πληθυσμού, κάθε αναφερόμενος πόνος στην δεξιά κοιλία πρέπει να αξιολογείται από ειδικό ιατρό. Συνήθως σε περιπτώσεις σκωληκοειδίτιδας η κλινική εξέταση θα αναδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία στη δεξιά κοιλία, ενώ σε παραμελημένες περιπτώσεις υπάρχει σύσπαση των κοιλιακών τοιχωμάτων και αναπηδώσα ευαισθησία.

Διαγνωστικός έλεγχος: Από τη στιγμή που τεθεί υποψία οξείας σκωληκοειδίτιδας, πρέπει να προβούμε στον απαραίτητο εργαστηριακό και απεικονιστικό έλεγχο. Η πιο απλή απεικονιστική εξέταση είναι το διακοιλιακό υπερηχογράφημα. Συνήθως σε περιπτώσεις φλεγμονής αναδεικνύει οίδημα-διόγκωση της σκωληκοειδούς απόφυσης με περισκωληκοειδική παρουσία υγρού. Σε περιπτώσεις όπου τα ευρήματα είναι μη ειδικά μπορεί να γίνει έλεγχος με μαγνητική τομογραφία.

Ο εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να αναδείξει αύξηση της τιμής των λευκών αιμοσφαιρίων καθώς και αύξηση της CRP.

Αντιμετώπιση: Αφού τεθεί η διάγνωση της οξεία σκωληκοειδίτιδας, η αντιμετώπιση είναι χειρουργική. Η έγκυος ασθενής εισάγεται στο Νοσοκομείο όπου αρχικά λαμβάνει αντιβιοτική αγωγή και ενυδάτωση. Γίνεται έλεγχος με υπερηχογράφημα για την κατάσταση του εμβρύου. Η χειρουργική επέμβαση είναι αναπόφευκτη, αφού η εξέλιξη της λοίμωξης μπορεί να οδηγήσει σε σήψη την έγκυο και να θέσει σε κίνδυνο το κύημα.

Χειρουργική επέμβαση μπορεί να γίνει σε όλη τη διάρκεια της κύησης. Ο κίνδυνος αποβολής του εμβρύου είναι μεγαλύτερος κατά το 1ο τρίμηνο. Στο 3ο τρίμηνο είναι πιθανή η πρόκληση τοκετού. Σε κάθε περίπτωση κατά τη νοσηλεία και κατά τη διάρκεια της επέμβασης είναι απαραίτητη η παρουσία μαιευτήρα-γυναικολόγου.

Η επέμβαση της σκωληκοειδεκτομής στις εγκύους συνήθως γίνεται με ανοικτή μέθοδο. Στο 1ο τρίμηνο μπορεί να επιλεγεί και η λαπαροσκόπηση, πάντοτε εξατομικευμένα. Η επέμβαση απαιτεί χειρουργούς έμπειρους στη διαχείριση των εγκύων, ενώ στόχος είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη ολοκλήρωση της επέμβασης χωρίς διασπορά της φλεγμονής και χωρίς να πειραχτεί η μήτρα.

Συνήθως οι σκωληκοειδεκτομές είναι επεμβάσεις χωρίς ιδιαίτερες επιπλοκές. Η ασθενής παραμένει στο Νοσοκομείο για 1-2 ημέρες.

Συμπερασματικά, η οξεία σκωληκοειδίτιδα αποτελώντας τη συχνότερη χειρουργική νοσολογική οντότητα στην εγκυμοσύνη είναι μια οξεία κατάσταση που απαιτεί ορθή διάγνωση και άμεση αντιμετώπιση από χειρουργό εξειδικευμένο στα μαιευτικά περιστατικά. Χρειάζεται απαραίτητα άριστη συνεργασία με το μαιευτήρα-γυναικολόγο προς αποφυγή επιπλοκών.